Οι Γερμανικές αποζημιώσεις ως νομική και πολιτική απαίτηση

Οι Γερμανικές αποζημιώσεις ως νομική και πολιτική απαίτηση

Τα νομικά ερείσματα των αξιώσεων του Ελληνικού Δημοσίου και των κληρονόμων ελλήνων πολιτών, θυμάτων του ναζιστικού καθεστώτος, εκτείνονται σε τρεις κατηγορίες παράνομων συμπεριφορών. Κατ’ αρχήν, το Γερμανικό Δημόσιο οφείλει αποζημιώσεις στο Ελληνικό Δημόσιο, εξαιτίας της παράνομης αφαίρεσης από τους κατακτητές χρηματικών αποθεμάτων, ποσοτήτων χρυσού, και λοιπών τιμαλφών από την Τράπεζα της Ελλάδος διαρκούσης της ναζιστικής κατοχής. Αποζημιώσεις, επίσης, οφείλονται επίσης στα πλαίσια της σύναψης εκβιαστικής σύμβασης («κατοχικού») δανείου μεταξύ της δωσίλογης κυβέρνησης της κατεχόμενης Ελλάδας και του ναζιστικού καθεστώτος. Αποζημιώσεις, κατά τρίτο, οφείλονται από το γερμανικό δημόσιο απευθείας προς τους πολίτες- κληρονόμους των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας, δολοφονημένων, εξορισμένων πολιτών που έχασαν μέρος ή το σύνολο της περιουσίας τους.

Με τη λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου υπεγράφη η Συμφωνία του Λονδίνου, το 1953, προκειμένου να επέλθει οικονομική ειρήνη και να δοθεί η δυνατότητα ανάπτυξης της γερμανικής και εν γένει κεντροευρωπαϊκής οικονομίας. Επρόκειτο ουσιαστικά για μια άφεση χρέους προς όφελος του γερμανικού δημοσίου και των γερμανών πολιτών, η οποία επέτρεψε το οικονομικό θαύμα της τέως Δυτικής Γερμανίας, τη μετατροπή του γερμανικού μάρκου σε ισχυρό νόμισμα, αλλά οδήγησε στην παράλληλη θέση των πιστωτών της Γερμανίας, νικητών του πολέμου, σε μειονεκτική θέση και θέση παρατηρητή του γερμανικού οικονομικού θαύματος.

Η ανωτέρω συμφωνία ανέβαλλε τη διευθέτηση του ζητήματος των αποζημιώσεων, την αποπληρωμή των χρεών του πολέμου και τις επιστροφές των εισφορών μέσω εκβιαστικών δανείων που επιβλήθηκαν από την Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου, μέχρι την πραγματοποίηση Διεθνούς Διάσκεψης που θα λάμβανε χώρα μετά την ενοποίηση.

Το 1990, μετά την ενοποίηση, το Γερμανικό Δημόσιο προέβαλε διεθνώς και πάλι την ανάγκη οικονομικής ανάκαμψης της τέως ανατολικής Γερμανίας, προβάλλοντας την ανάγκη αναβολής λύσης του ζητήματος, στο οποίο το Γερμανικό Δημόσιο είναι υπόχρεο. Προφανώς κάποιοι θεώρησαν ότι η πάροδος ακόμη περισσότερων ετών θα οδηγούσε την υπόθεση στη λήθη της διεθνούς κοινωνίας.

Οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και των ελλήνων πολιτών τυγχάνουν διεθνούς αναγνώρισης, αλλά και αναγνώρισης από μέρος πολιτών της γερμανικής κοινωνίας, πλην της επίσημης γερμανικής κυβέρνησης. Η πρωτοφανής απόπειρα απαξίωσης των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου εκ μέρους των κυβερνώντων στην Γερμανία είναι μεν αναμενόμενη αλλά δεν μπορεί να είναι ανεκτή από τους κανόνες του Διεθνούς δικαίου και τις αξίες της δικαιοσύνης και της αναγνώρισης της θυσίας μεμονωμένων πολιτών και κοινωνιών. Οι εκφραστές της γερμανικής πολιτικής άμβλυναν με τη στάση τους τις αρχές της ευρωπαϊκής ενοποίησης περί οικονομικής συνεργασίας και αλληλεγγύης και ενίσχυσαν τη χρηματική ρευστότητα στη χώρα τους «στραγγίζοντας» τις οικονομίες των χωρών του ευρωπαϊκού νότου. Το γερμανικό δημόσιο εκφράζεται σήμερα με έωλα νομικά και πολιτικά επιχειρήματα. Είναι πλέον σκόπιμη, ελλείψει άλλων αιτιών που δημιουργούσαν στο παρελθόν αναβλητικές συμπεριφορές, να αξιώσουμε επίσημα την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστημεν, ως Πολιτεία και ως πολίτες.