Περί δημοσίου βίου και ευθύνης ο λόγος

Περί δημοσίου βίου και ευθύνης ο λόγος

Η πρόσφατη δημόσια ομολογία του πρώην Υπουργού Μεταφορών Τάσου Μαντέλη σχετικά με το χρηματισμό του από τη γερμανική εταιρεία Siemens, επανέφερε δραματικά στο προσκήνιο μείζονα πολιτικά ζητήματα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται το κρίσιμο ζήτημα της «προνομιακής» μεταχείρισης τέως και εν ενεργεία υπουργών, όσον αφορά την τέλεση αδικημάτων εκ μέρους τους. Το ζήτημα αυτό λαμβάνει αυξημένες διαστάσεις ιδίως σήμερα που η κοινωνία ταλανίζεται από τις συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και οι έλληνες πολίτες καλούνται να κάνουν ποικίλες θυσίες. Μία πρώτη δικαιοπολιτική προσέγγιση συνδέεται με τη διευκρίνιση ότι οι περί ων ο λόγος ευνοϊκές ρυθμίσεις, οι οποίες προβλέπονται για τους υπουργούς, αφορούν μόνο στην ποινική ευθύνη τους. Αναφορικά δηλαδή με την αστική ευθύνη των υπουργών, δηλαδή την ευθύνη οικονομικής αποζημίωσης, ισχύει για τους υπουργούς, εν ενεργεία και τέως, ό,τι ισχύει για όλους τους πολίτες, δηλαδή οι γενικές δικαιϊκές διατάξεις, οι οποίες δεν προβλέπουν ανάμειξη της Βουλής ή ειδική παραγραφή. Ειδικότερα, ως αστική ευθύνη νοείται η ευθύνη προς αποζημίωση, η οποία αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ζημίας εκείνου που ζημιώθηκε και όχι στην επιβολή κυρώσεων σε βάρους εκείνου που ζημίωσε, όπως η ποινική ευθύνη. Η αστική ευθύνη από πράξεις διαφθοράς προβλέπεται και στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, σύμφωνα με την οποία αυτός που ζημίωσε άλλον, επειδή διέπραξε ή επέτρεψε πράξη διαφθοράς, έχει υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας. Επομένως, για πράξεις υπουργών, οι οποίοι παρανόμησαν και ζημίωσαν το Δημόσιο, οι οποίες συνακόλουθα δημιουργούν υποχρέωση αποζημίωσης, τίθενται σε ισχύ οι διατάξεις, οι οποίες έχουν θεσπιστεί για όλους τους πολίτες.
Όσον αφορά το ποινικό σκέλος, στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη προβλέπεται ειδική διαδικασία για τα τελούμενα από υπουργούς αδικήματα αφενός για λόγους δημοσίου συμφέροντος, αφετέρου διότι δε θα πρέπει να αιωρούνται επί μακρόν νομικές κατηγορίες κατά υπουργών., δηλαδή προσώπων του δημοσίου βίου.

Στην Ελλάδα, η ποινική ευθύνη των υπουργών προβλέπεται στο άρθρο 86 του Συντάγματος και στον κατ’ επιταγήν εκδοθέντα νόμο 3126/ 2003. Η σχετική ρύθμιση χαρακτηρίζεται από νομικούς κύκλους ιδιαιτέρως ευνοϊκή για τα εν λόγω δημόσια πρόσωπα. Τούτο διότι αφενός προβλέπεται μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία, που ουσιαστικά διευκολύνει «απαλλακτικές» ερμηνείες, και αφετέρου καθιερώνεται ένα συντομότατο χρονικό διάστημα παραγραφής. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος υπουργού, απαιτείται δύο φορές η απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, μία για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και μία για την άσκηση ποινικής δίωξης ή όχι.

Ισχυρές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των σχετικών διατάξεων τίθενται όμως από το ζήτημα παραγραφής των αντίστοιχων αδικημάτων. Ειδικότερα, και δη αδίκως, προβλέπεται ότι η Βουλή μπορεί να αποφασίσει για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης κατά υπουργού μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος (δηλαδή το δεύτερο χρόνο της επόμενης Βουλής). Η ρύθμιση αυτή ουσιαστικά καθιστά περιορισμένης σημασίας το άρθρο 3 του σχετικού νόμου περί ευθύνης υπουργών, σύμφωνα με το οποίο οι αξιόποινες πράξεις των υπουργών (πλημμελήματα, κακουργήματα) παραγράφονται με τη συμπλήρωση 5 ετών από την ημέρα που τελέστηκαν. Τούτο αποτελεί βάναυση και απαράδεκτη ανισότητα ή αντιστρόφως προκλητικά ευνοϊκή μεταχείριση, τη στιγμή που ο χρόνος παραγραφής ενός κακουργήματος για πολίτη, μη υπουργό, είναι είκοσι (20) χρόνια. Επιτρέπεται άραγε να δέχεται το νομοθετικό σώμα και να θεσπίζει διαφορετικά πλαίσια παραγραφής μεταξύ πολιτών, μόνον εκ του λόγου ότι κάποιοι πολίτες διετέλεσαν υπουργοί και ήσκησαν εκτελεστική εξουσία? Μήπως εν τέλει θα έπρεπε να ισχύσει ακριβώς το αντίστροφο, δηλαδή τα πλαίσια παραγραφής για όσους ήσκησαν κυβερνητική εξουσία να παρεκτείνονται? Επιτρέπεται σε μια ευνομούμενη και δημοκρατική πολιτεία να ισχύουν παραδοξότητες, εν έτει 2010, και για ένα κακούργημα που φέρεται ότι τέλεσε ένας υπουργός- και δη σε ύψος δυσθεώρητων οικονομικών μεγεθών- να ισχύουν διαφορετικές ευνοϊκές διατάξεις από ότι για έναν πολίτη, μη υπουργό, που κατηγορείται για αντίστοιχες πράξεις, και ενίοτε πολύ μικρότερης οικονομικής εμβέλειας? Πώς είναι δυνατό να μη θίγει το «περί δικαίου αίσθημα» όταν ένας υπουργός, ο οποίος έχει εκλεγεί με λαϊκή εντολή, γνωρίζει, πως, ό,τι αδίκημα και να διαπράξει, έχει πολύ λίγες πιθανότητες να τιμωρηθεί, την ίδια στιγμή που η παραβίαση των υπηρεσιακών υποχρεώσεων από απλούς υπαλλήλους στοιχειοθετεί εγκλήματα, τα οποία τιμωρούνται με αυστηρότατες ποινές και όταν με ειδικό νόμο (π.χ. το ν. 1608/ 1950) θεσπίστηκαν αυστηρότατες ποινές για τους καταχραστές του Δημοσίου?

Ήδη, μετά την αποκάλυψη και των τελευταίων σκανδάλων, ξεκίνησε ο διάλογος για την αλλαγή του νόμου περί ευθύνης υπουργών. Συγκεκριμένα προτείνεται η εξίσωση του χρόνου παραγραφής για τα αδικήματα που τελούν υπουργοί και άτομα, τα οποία δεν εντάσσονται στα πρόσωπα που ήσκησαν κυβερνητική εξουσία. Παρόμοιες προτάσεις μόνο θετικά μπορούν να χαιρετιστούν, καθότι συμβάλλουν στην βελτίωση του δημόσιου βίου της Ελλάδας και την ενίσχυση του, τόσο προσβεβλημένου, αισθήματος δικαίου των ελλήνων πολιτών. Οι πολίτες πρέπει να αναλάβουμε δράση κατά της διαφθοράς και αδιαφάνειας στην πολιτική, μέσα από την ενεργό συμμετοχή και την απερίφραστη καταδίκη συμπεριφορών και αντιλήψεων που ζημιώνουν τη χώρα και τους πολίτες.